Νομικές οντότητες ως εναγόμενοι σε αίτηση Περιουσιακών Διαφορών

Κατά την καταχώρηση αίτησης Περιουσιακών Διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο ο αιτητής εξαιτείται την απόδοση σε αυτόν του μέρους της αύξησης της περιουσίας του άλλου μέρους στην οποία αυτός με οποιοδήποτε τρόπο συνέβαλε. Με βάση το άρθρο 14(2) του Ν.232/91 του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 η εν λόγω συνεισφορά τεκμαίρεται στο 1/3 της αύξησης στην περιουσία εκτός εάν αυτή αποδειχθεί να είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του (Ν.232/91) με το όρο “περιουσία” εννοείται:

«η κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους».

Μέχρι πριν από μερικά χρόνια θεωρείτο ότι μόνο απαιτήσεις μεταξύ συζύγων μπορούσαν να ακουστούν στα Οικογενειακά Δικαστήρια και ότι οποιεσδήποτε απαιτήσεις εναντίον τρίτων όπως συγγενείς του Καθ’ ου η αίτηση ή εταιρείες έπρεπε να εγερθούν στα Επαρχιακά Δικαστήρια (Ανδρέου vs. Κυριάκου 2002 1ΑΑΔ 896). Στην απόφαση όμως του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Περικλέους vs. Εγγλέζου (2011) 1Β Α.Α.Δ. 1015, το Ανώτατο αποφάσισε ότι απαιτήσεις εναντίον περιουσίας που κρατείται από εταιρείες μπορεί να εγερθούν και στο Οικογενειακό Δικαστήριο.

Η απόφαση αναφέρει ότι καθοριστικός παράγοντας είναι η απαίτηση να βασίζεται στη συνεισφορά του Αιτητή στην απόκτηση της περιουσίας.

Συνεισφορά όμως όπως είδαμε και προηγουμένως ερμηνεύεται από το Άρθρο 2 του Ν.232/91 ως η συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας από τον άλλο σύζυγο κατά την διάρκεια του γάμου ή πριν το γάμο με την προοπτική τέτοιου γάμου. Τέτοια απαίτηση μπορεί να εγερθεί με βάση την Περικλέους ακόμα και αν η περιουσία κρατείται όχι μόνο επ’ ονόματι του συζύγου ως τέτοια, αλλά και επ’ ονόματι μιας εταιρείας ή τρίτου μέρους που ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος με τον Καθ΄ου η αίτηση σύζυγο ή ως μέρος κάποιας άλλης σχέσης εμπιστοσύνης, νοουμένου ότι η απαίτηση είναι απαίτηση για συνεισφορά στην απόκτηση τέτοιας περιουσίας.Συγκεκριμένα στη σελίδα 1029 αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Η έννοια της συνεισφοράς επομένως στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου αποτελεί καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς αυτής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο ή επ’ αυτού να έχει αξίωση τρίτο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου. Όχι μόνο η αξίωση επί του περιουσιακού στοιχείου διέρχεται μέσα από την τεκμηρίωση της συνεισφοράς του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας, αλλά και ευχερώς συνενώνεται το πρόσωπο το οποίο έχει το περιουσιακό αυτό στοιχείο στην κατοχή του, είτε νόμιμα είτε όχι, ώστε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση, διά της έκδοσης του αναγκαίου διατάγματος ή διαταγμάτων, πίσω στον συνεισφέροντα, του περιουσιακού στοιχείου ή της αξίας του.

…………….Αν το περιουσιακό αυτό στοιχείο κατέχεται από τρίτο πρόσωπο, τυχαίως ή με πρόθεση καταδολίευσης, θα ήταν παράλογο να θεωρείτο ότι η διαφορά εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου.»

Θα πρέπει όμως να διευκρινιστεί στο σημείο αυτό ότι η συμπερίληψη τρίτων προσώπων σε διαδικασίες Περιουσιακών Διαφορών δεν είναι απεριόριστη. Αυτή πρέπει να μην επεκτείνεται πέραν της συμπερίληψης καταπιστευματοδόχων περιουσίας του μέρους εναντίον του οποίου εγείρεται η απαίτηση.

Περαιτέρω σε αυτής της φύσης διαδικασίες πρέπει αν προσδιορίζεται από τον αιτητή το μερίδιο της αύξησης στο οποίο κατ’ ισχυρισμό συνεισέφερε και όχι αυτή να εγείρεται εναντίον συγκεκριμένης περιουσίας στην οποία να αξιώνει μερίδιο ή απόδοση αυτής.Επί παραδείγματι στην Γρηγορίου ν. Γρηγορίου (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1461 αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου:

«Εδώ δεν ζητήθηκε συμμετοχή στην αύξηση της περιουσίας. Ζητήθηκε συγκεκριμένη περιουσία ως κατά κυριότητα ανήκουσα στην εφεσείουσα και ήταν αυτή και όχι άλλη η έννοια της προσθήκης και των εναγομένων 3, 4 και 5. ……………»

Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην Βαρνάβα ν. Καλλιτσώνη, έφεση αρ. 4/2013, ημερ. 27 Ιουνίου 2014 όπου το Εφετείο επικαλέστηκε την πιο πάνω υπόθεση για να αναφέρει τα ακόλουθα:

«Στην Γρηγορίου (ανωτέρω) παρατηρήθηκε ότι η αξίωση της εφεσείουσας-ενάγουσας δεν αφορούσε σε συμμετοχή της στην αύξηση της περιουσίας του εφεσίβλητου-εναγόμενου. Αντίθετα με την αξίωση της ζητήθηκε συγκεκριμένη περιουσία ως, κατά κυριότητα, ανήκουσα στην εφεσείουσα. Διαχωρίστηκε δηλαδή, στην υπόθεση εκείνη, η περίπτωση όπου διεκδικείται συγκεκριμένη περιουσία ως, κατά κυριότητα, ανήκουσα στον αιτητή, από την περίπτωση στην οποίαν η αξίωση είναι ενοχικής φύσης, αξίωση, για συμμετοχή στην περιουσία του άλλου, δυνάμει του άρθρου 14 του Ν 232/91. Πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα.»

Γίνεται συνεπώς αντιληπτό ότι πλέον η συμπερίληψη τρίτων προσώπων και δη εταιρειών ως μέρη σε αιτήσεις Περιουσιακών Διαφορών έχει καταστεί πέραν από αποδεκτή και ως αναγκαία για την αποκρυστάλλωση του ποσοστού της αύξησης στην περιουσία του μέρους εναντίον του οποίου καταχωρείτε η αίτηση.

Παρόλα αυτά η συμπερίληψη νομικών προσώπων ως διαδίκων δεν θα πρέπει να εξυπακούει και επηρεασμό των εργασιών και των περιουσιακών στοιχείων των ιδίων εξαιτίας του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος. Στην πρωτόδικη απόφαση του Ε.Δ. Λεμεσού στην Αγωγή 2369/14 Potavina Natalia Nikolayevnav 1. Potavin Vladimil Olegovich κ.α., έντεκα (11) νομικές οντότητες οι οποίες κατ’ ισχυρισμό σχετίζονταν με κάποιο τρόπο με τον πρώην σύζυγο της ενάγουσας, εναγόμενο 1, περιλήφθηκαν ως εναγόμενοι στην αγωγή και εναντίον τους η ενάγουσα αιτήθηκε την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων με τα οποία να δεσμεύονται τα περιουσιακά τους στοιχεία μέχρι την εκδίκαση της αγωγή με την οποία αξίωνε το 50% της περιουσίας του εναγόμενου και άλλων δικαιωμάτων του επί των εταιρειών. Ο πρωτόδικος Δικαστής απέρριψε την αίτηση βασιζόμενος κυρίων στην έλλειψη δικαιοδοσίας ενώ αναφορικά με τις εταιρείες οι οποίες κατ’ ισχυρισμό κατείχαν περιουσία προς όφελος του εναγόμενου 1, ανέφερε ότι δεν φαίνεται να υπάρχει απευθείας αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Το σημείο αυτό, ειδικά αναφορικά με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων παγιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων εταιρειών που εμπλέκονται σε περιουσιακές διαφορές παραμένει ακόμα ανοικτό για νομολογιακή ερμηνεία.

Το υπό εξέταση θέμα εάν και βρίσκεται σε σχετικά πρώιμα στάδια νομολογιακής ανάλυσης εντούτοις φαίνεται να έχει ήδη προσδιοριστεί η έκταση στην οποία αυτή εμπίπτει και συνιστά ανάγκη συμπερίληψης τρίτων προσώπων φυσικών ή νομικών σε διαδικασίες περιουσιακών διαφορών ανοίγοντας την πόρτα καλώς ή κακώς στην έκθεση των εταιρειών στις διαδικασίες περιουσιακών διαφορών των μετόχων τους.

Γιώργος Κυριάκου
15/04/2016